Τι απαντά σημείο προς σημείο η Αθήνα για τις τουρκικές Navtex πριν το τετ α τετ Μητσοτάκη - Ερντογάν
Η Άγκυρα μέσω των Νavtex επαναφέρει, στο πεδίο, δυο κομβικά σημεία της αναθεωρητικής της ατζέντας: Την αποστρατικοποίηση νησιών και την αμφισβήτηση της οριοθέτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Πώς απαντά η Αθήνα.
Σε μια κίνηση που, αν και δεν είναι πρωτοφανής, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του χρόνου στον οποίο εκδηλώνεται, η Άγκυρα, πέρα από τη γνωστή ρητορική περί της θεωρίας της «Γαλάζιας Πατρίδας» και τις διαρκείς αμφισβητήσεις των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο πεδίο, αποτυπώνει τις πάγιες διεκδικήσεις της και μέσω της αναβάθμισης δύο ξεχωριστών Navtex.
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς το νέο αυτό βήμα έρχεται μετά το μπαράζ παραβιάσεων του Εθνικού Εναέριου Χώρου και λίγες εβδομάδες πριν από τη διεξαγωγή του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας και τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν. Με τις παράνομες ναυτικές προειδοποιήσεις, η Άγκυρα επαναφέρει στο προσκήνιο δύο κομβικά ζητήματα της αναθεωρητικής της ατζέντας: την αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και την αμφισβήτηση της οριοθέτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η πρώτη τουρκική NAVTEX (0880), που εκδόθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, ανακύκλωνε το αφήγημα περί αποστρατικοποιημένων νησιών, στοχοποιώντας μεταξύ άλλων τη Λήμνο, τη Σάμο και την Ικαρία. Η δεύτερη εκδόθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2026 (0075), ως απάντηση σε ελληνική NAVTEX για θαλάσσιες επιστημονικές έρευνες του πλοίου «METEOR», για λογαριασμό του Πανεπιστημίου του Αμβούργου. Σε αυτήν, η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι «διάφοροι σταθμοί εκπέμπουν κατά καιρούς NAVTEX που επικαλύπτουν τμήματα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο», επιχειρώντας να παρουσιάσει ως αμφισβητούμενο ένα καθεστώς που διέπεται σαφώς από το Διεθνές Δίκαιο.
Μία εβδομάδα αργότερα, στη λεγόμενη εβδομαδιαία σύνοψη των εν ισχύ NAVTEX, η Άγκυρα προχώρησε σε ακόμη ένα βήμα, κατατάσσοντάς τες στην κατηγορία «μακράς διάρκειας», με ημερομηνία λήξης που εκτείνεται δύο χρόνια μετά, επιχειρώντας να προσδώσει χαρακτήρα μονιμότητας σε μονομερείς και παράνομες αξιώσεις.
Η…επιλεκτική ανάγνωση της Άγκυρας
Στις σχετικές NAVTEX, η Τουρκία επικαλείται τη Συνθήκη Της Λωζάνης (1923) και τη Συνθήκη των Παρισίων (1947), υποστηρίζοντας ότι «δεν πρέπει να διεξάγονται στρατιωτικές δραστηριότητες στα χωρικά ύδατα συγκεκριμένων νησιών». Ωστόσο, η τουρκική ανάγνωση των διεθνών συνθηκών είναι επιλεκτική και νομικά ελλιπής.
Το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάνης είναι απολύτως σαφές: προβλέπει καθεστώς μερικής αποστρατικοποίησης για τη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και την Ικαρία, απαγορεύοντας την εγκατάσταση ναυτικών βάσεων και οχυρωματικών έργων, καθώς και τις υπερπτήσεις της τουρκικής στρατιωτικής αεροπορίας. Παράλληλα, επιτρέπει ρητά στην Ελλάδα τη διατήρηση συνήθους αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων, χωροφυλακής και αστυνομίας.
Σε αυτή την πραγματικότητα, η ελληνική διπλωματία αντιπαραθέτει αδιάψευστα δεδομένα: η Τουρκία παραβιάζει συστηματικά το ίδιο άρθρο με τις υπερπτήσεις της, ενώ η Ελλάδα διατηρεί πλήρες δικαίωμα αυτοάμυνας βάσει του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Ένα δικαίωμα που ενισχύεται περαιτέρω από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τη συγκρότηση της Στρατιάς Αιγαίου και τη διαρκή απειλή πολέμου (casus belli).
Δωδεκάνησα
Σε ό,τι αφορά τα Δωδεκάνησα, η Αθήνα υπενθυμίζει ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη των Παρισίωντου 1947. Ως εκ τούτου, η Συνθήκη συνιστά για την Άγκυρα res interalios acta. Επιπλέον, το άρθρο 34 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών είναι σαφές: καμία διεθνής συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτα κράτη.
Λήμνος και Σαμοθράκη
Η αποστρατικοποίηση της Λήμνου και της Σαμοθράκης προβλέφθηκε αρχικά από τη Σύμβαση της Λωζάνης για τα Στενά (1923), αλλά καταργήθηκε πλήρως με τη Σύμβαση του Montreux (1936), η οποία αντικατέστησε στο σύνολό της το προηγούμενο καθεστώς. Το δικαίωμα της Ελλάδας να εξοπλίσει τα δύο νησιά αναγνωρίστηκε ρητά από την ίδια την Τουρκία, τόσο με επιστολή του Τούρκου πρέσβη στην Αθήνα το 1936 όσο και με επίσημες δηλώσεις του τότε υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης.
Η συνολική εικόνα, σε συνδυασμό με το casus belli και τη διαρκή αναθεωρητική στρατηγική της Άγκυρας απέναντι στο νομικό καθεστώς των ελληνικών νησιών, όχι μόνο δεν περιορίζει, αλλά αντιθέτως νομιμοποιεί πλήρως την Ελλάδα να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα αμυντικής προπαρασκευής. Πρόκειται για άσκηση του αυτονόητου δικαιώματος νόμιμης άμυνας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με μοναδικό στόχο την προστασία της εθνικής κυριαρχίας και της σταθερότητας στην περιοχή.